Πτεροειδώς λοβωτό

Πτεροειδώς λοβωτό (ή πτεροσχιδές) είναι το εξάρτημα (π.χ. φύλλο, άνθος) που είναι διαιρεμένο (λοβωτά) πτεροειδώς με λοβούς και κόλπους, οι οποίοι φτάνουν περίπου μέχρι την μέση της απόστασης της περιφέρειας μέχρι το κεντρικό νεύρο ή και περισσότερο, χωρίς όμως να φτάνουν στο κεντρικό νεύρο. Οι λοβοί είναι διατεταγμένοι έτσι, όπως τα φτερά.    

Σύνθετο φύλλο

Σύνθετα φύλλα είναι τα φύλλα που το έλασμά τους δεν είναι ενιαίο, αλλά διαχωρίζεται. Τα επιμέρους πεπλατυσμένα μέρη του φύλλου (τμήματα του ελάσματος) ονομάζονται φυλλάρια.    

Αντωειδή

Φύλλα ή άλλα εξαρτήματα (πέταλα, σέπαλα κ.ά.) που έχουν αντωειδή (δηλαδή αντίστροφα ωοειδή) μορφή δηλαδή με το μέγιστο πλάτος τους στο άνω μισό.      

Φυλλοβόλα

Φυλλοβόλα αποκαλούνται τα ξυλώδη πολυετή φυτά που ρίχνουν όλο το φύλλωμά τους κατά τη διάρκεια της δυσμενούς περιόδου του έτους, δηλαδή του χειμώνα ή κατά την περίοδο της ξηρασίας.    

Φύλλο

Το φύλλο είναι θεμελιώδες φυτικό όργανο που αναπτύσσεται στα γόνατα των υπέργειων βλαστών και αποτελείται από το μίσχο και το έλασμα. Εξυπηρετεί τις διαδικασίες της φωτοσύνθεσης, της αναπνοής και της διαπνοής. Πολλές φορές τα φύλλα μπορεί να έχουν εκφυλιστεί ή διαφοροποιηθεί (όπως πχ. τα αγκάθια των κάκτων).        

Παράφυλλα

Ζεύγος φυλλοειδών αποφύσεων, που βρίσκονται στη βάση του μίσχου των φύλλων. Τα παράφυλλα εμφανίζουν ποικιλομορφία μεταξύ των ειδών και μπορούν να μεταμορφωθούν σε αγκάθια, αδένες, λέπια ή τρίχες.